Πως ήρθε

Τα γεγονότα που τους ένωσαν, όμως σε αυτή το κοινό έργο, δεν ήταν και πολύ συνηθισμένα.
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η Helen Schucman και ο Bill Thetford ήταν μια μάλλον απίθανη ομάδα γραψίματος για το «Η Σπουδή στα Θαύματα». Και οι δύο ήταν ψυχολόγοι που έδιναν μεγάλη προτεραιότητα στην καριέρα τους, και συνεργάζονταν στην προώθηση και την ανάπτυξη του Τμήματος Ψυχολογίας του Κολεγίου στο οποίο δούλευαν. Αν και τα επαγγελματικά τους ενδιαφέροντα και οι στόχοι για το τμήμα ήταν κοινοί, οι προσωπικότητές τους σίγουρα ήταν πολύ διαφορετικές. Η κριτική και καυστική της Helen πολύ συχνά ερχόταν σε σύγκρουση με την ήσυχη και πιο εσωστρεφή επιθετική φύση του Bill, και διαρκώς βρίσκονταν σε αντιπαράθεση.


Οπότε ήταν μάλλον περίεργο το γεγονός όταν την άνοιξη του 1965, ο Bill έβγαλε ένα θερμό λόγο προς την Helen στον οποίο έλεγε ότι είχε πια κουραστεί από τον ανταγωνισμό, την επιθετικότητα και τον θυμό που κυριαρχούσαν στην επαγγελματική ζωή τους, και επεκτεινόταν στην διάθεσή τους και στις σχέσεις τους, και είχε επηρεάσει και όλο το τμήμα. Καταλήγοντας της είπε ότι «πρέπει να υπάρχει ένα άλλος τρόπος» ζωής με αρμονία παρά με διχόνοια και ότι ήταν αποφασισμένος να τον βρει. Εξίσου απρόσμενα, προς αμοιβαία έκπληξη τους η Helen συμφώνησε με τον Bill και με ενθουσιασμό προσφέρθηκε να συνεργαστεί μαζί στο να βρεθεί αυτός ο «άλλος τρόπος».



Ήταν σαν περίμενε όλη της τη ζωή αυτή την συγκεκριμένη στιγμή, η οποία ενεργοποίησε μια σειρά εσωτερικών εμπειριών που συνεχίστηκαν και το καλοκαίρι. Ανάμεσα σε αυτές ήταν πολύ έντονα όνειρα, ψυχικά επεισόδια, όνειρα, και την εμπειρία μια εσωτερικής φωνής. Τα βιώματα αυτά γινόντουσαν όλο και πιο θρησκευτικά, με την μορφή του Ιησού να εμφανίζεται όλο και πιο συχνά σε οπτικές και ακουστικές μορφές.



Αυτή η περίοδος προετοιμασίας έφτασε στο αποκορύφωμά της στις 21 Οκτωβρίου, 1965, όταν η τώρα πια οικεία φωνή του Ιησού είπε στην Helen: «Αυτή είναι η Σπουδή στα Θαύματα, σε παρακαλώ κράτησε σημειώσεις.» Προβληματισμένη, τηλεφώνησε αμέσως στον Bill, και αυτός την καθησύχασε ότι δεν έχανε τα λογικά της. Της συνέστησε να καταγράφει ό,τι της υπαγόρευε η Φωνή, και αυτός θα το κοίταζε νωρίς το πρωί στο γραφείο. Η Helen έκανε ακριβώς αυτό, και έτσι άρχισε η γραφή του «​ Ένα Μάθημα στα Θαύματα».

Η Helen αργότερα περίγραψε την εμπειρία της:

«Η Φωνή δεν έβγαζε ήχο, αλλά ήταν σαν μου υπαγόρευε με ένα είδος ταχείας εσωτερικής υπαγόρευσης, και εγώ κατέγραφα σε ένα τετράδιο στενογραφίας. Η γραφή ποτέ δεν ήταν αυτόματη. Μπορούσε να διακοπεί οποιαδήποτε στιγμή και αργότερα να συνεχιστεί. Έκανε φανερή χρήση του μορφωτικού μου επιπέδου, των ενδιαφερόντων και των εμπειριών μου, αλλά αυτό μόνο σε θέματα στιλ παρά περιεχομένου. Σίγουρα το θέμα αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που θα περίμενα ότι θα έγραφα ποτέ.»



Η διαδικασία της γραφής αυτού καθεαυτού δεν ήταν δύσκολη, και για το μεγαλύτερο μέρος κυλούσε μάλλον ομαλά. Η Helen έγραφε με στενογραφία τα λόγια που της υπαγόρευε η Φωνή, και όποτε αυτή και ο Bill είχαν χρόνο κατά την διάρκεια του παραφορτωμένου προγράμματός τους, αυτή υπαγόρευε στον Bill ό,τι η Φωνή της είχε υπαγορεύει. Ο Bill τότε τα δακτυλογραφούσε κατευθείαν…


Η όλη διαδικασία πήρε επτά χρόνια, και ολοκληρώθηκε τον Οκτώβριο του 1972.

 

​ Το "Ένα Μάθημα στα Θαύματα” ¨γράφτηκε από την Dr Helen Schucman ανάμεσα στο 1965 και 1972

μέσα από την διαδικασία της εσωτερικής υπαγόρευσης. Αυτή την διαδικασία η ίδια την βίωνε σαν μια σαφή ξεκάθαρη υπαγόρευση από μια εσωτερική φωνή, η οποία της είχε παρουσιαστεί με το όνομα Ιησούς. 

Η ίδια ήταν κλινική ψυχολόγος έρευνας, με μόνιμη θέση Εταίρου Καθηγητή Κλινικής Ψυχολογίας στο Κολέγιο Ιατρών και Χειρούργων στην Νέα Υόρκη. Βοηθήθηκε από τον Dr William Thetford.  καθώς ήταν αυτός που το δακτυλογραφούσε, ο οποίος ήταν μόνιμος Καθηγητής Κλινικής Ψυχολογίας στο ίδιο Κολέγιο, και επίσης διευθυντής του τμήματος Ψυχολογίας στο οποίο δούλευε η

Dr. Schucman.

Ο Λ Ι Σ Τ Ι Κ Ε Σ  Θ Ε Ρ Α Π Ε Ι Ε Σ